"Ήταν μια φορά κ' έναν καιρό μια φτωχή γυναίκα κ' είχε τέσσερα θηλυκά παιδιά. Δούλευε η άτυχη να τα μεγαλώσει, αλλά τι να σου πρωτοκάνει; Μεροκάματο, μεροφάγωτο. Ίσα-ίσα το ψωμί των παιδιών της έβγαζε. Τα είχε κ' εγύριζαν γυμνά και ξυπόλυτα ' δεν περίσσευε λεπτό να τους πάρει και κανένα ρουχαλάκι. Αν βρισκόταν καμμιά χριστιανή και της έδινε κανένα παλιό, το συγύριζε για τη μεγάλη, έπειτα το έκοβε, να το βάλει η δεύτερη, η τρίτη. Για το μικρό δεν απόμενε τίποτα. Χειμώνα και καλοκαίρι γύριζε μ'ένα κουρελιασμένο πουκαμισάκι, ξυπόλυτο και ξετραχηλισμένο.