Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Μια Χρονιά Γεμάτη Μπελάδες για τον Αϊ Βασίλη


Ήταν μια χρονιά, που όλα πήγαν στραβά για τον Αϊ-Βασίλη. Κατ’ αρχήν, τα ποντίκια του’ χαν τρυπήσει το σάκο και τα παιχνίδια του έπεφταν.

Μετά ανακάλυψε ότι τα καλικαντζαράκια είχαν αυξηθεί μέσα στις χριστουγεννιάτικες καλές του μπότες. Επίσης οι καλικάντζαροι είχαν χρησιμοποιήσει όλα τα χαρτιά για να ζωγραφίσουν, κι έτσι δεν του ’μεινε χαρτί για να απαντήσει σε όλους όσους του είχαν στείλει γράμματα. Κι όταν πήδηξε στο έλκηθρο του, χτύπησε σε μια πέτρα, που ένα από τα καλικαντζαράκια είχε τοποθετήσει εκεί.
Τελικά ξεκίνησε μια ώρα αργότερα, με τα φτερνίσματα των ελαφιών να του τρυπάνε τ’ αυτιά. Ήταν όλα κρυωμένα κι αισθάνονταν πολύ χάλια. Ο Αϊ-Βασίλης έπρεπε να τα κάνει να τρέξουν γρηγορότερα για να αναπληρώσει την χαμένη ώρα. Δεν τολμούσε να σκεφτεί τι θα γινόταν αν δεν προλάβαινε να επισκεφτεί όλα τα παιδιά του κόσμου πριν ξημερώσει.

Έτρεχαν σαν τον άνεμο με τα κουδουνάκια να χτυπάνε δυνατά και έφτασαν στο πρώτο σπίτι. Ο Αϊ-Βασίλης γλίστρησε απ’ την καμινάδα όπως ο πυροσβέστης απ’ το κοντάρι. Και γέμισε κάθε κάλτσα δίπλα στα κοιμισμένα παιδιά. Μετά ξεκίνησαν, για το επόμενο χωριό, την επόμενη πόλη, την επόμενη χώρα ώσπου… Η μυτούλα του Τάραν, σταμάτησε να λάμπει. Ξαφνικά ήταν πολύ πολύ σκοτεινά. Βρίσκονταν στο μέσο του πουθενά και δεν υπήρχαν φώτα από κάτω για να τους καθοδηγήσουν. Το ελάφι σταμάτησε.

«Τι συμβαίνει Τάραν;» είπε ο Αϊ-Βασίλης.
«Να, είναι αυτό το κρύωμα στη μύτη» είπε ο Τάραν.
«Έκανε τη μύτη μου να σταματήσει να λάμπει».
«Μα τις μπότες μου!», είπε ο Αϊ-Βασίλης θυμωμένος. Έσκυψε μπροστά απ’ το έλκηθρο και βρήκε ένα φακό. Όταν τον άναψε, μια λεπτή γραμμή φωτός ξεχύθηκε μπροστά του.
«Μα τη γενειάδα μου», είπε ο Αϊ-Βασίλης.

«Αυτό είναι όλο κι όλο το φως που έχουμε, και δε θα διαρκέσει για πολύ. Μόνο ένα πράγμα μπορούμε να κάνουμε, θα πρέπει να ξυπνήσουμε τον Άνθρωπο του Φεγγαριού».


Μόλις το είπε, βογγητά απογοήτευσης βγήκαν απ΄ τα ελάφια. Δε φτάνει που έκαναν το γύρο του κόσμου, κρυωμένα, έπρεπε να πάνε επίσκεψη και στον Άνθρωπο του Φεγγαριού. Άλλωστε ήταν τόσο γκρινιάρης.

«Ελάτε τώρα», είπε ο Αϊ-Βασίλης. «Πρέπει να πηγαίνουμε. Έχουμε ήδη αργήσει».

Οδήγησε το έλκηθρο μακριά απ’ τη γη και πετάξανε προς τα πάνω, καθοδηγούμενοι απ’ τη λεπτή φωτεινή γραμμή. Δεν πήρε πολύ ώρα. Ήταν πιο γρήγορο να πάνε στο φεγγάρι παρά να κάνουν το γύρω του κόσμου. Μόλις έφτασαν, ο Αϊ-Βασίλης βγήκε απ’ το έλκηθρο κι έτρεξε προς την πόρτα του Ανθρώπου του Φεγγαριού. Χτύπησε δυνατά. Δεν πήρε απάντηση. Ξαναχτύπησε. Πάλι καμιά απάντηση. Ένα δυνατό ροχαλητό αντηχούσε γύρω απ’ το σπίτι του.

«Μα τις μπότες μου!», είπε ο Αϊ-Βασίλης. «Ποτέ δεν πρόκειται να τον ξυπνήσουμε».

Τα ελάφια κάθονταν δυσαρεστημένα χτυπώντας τα πόδια τους.

«Ελάτε τώρα, ελάφια. Θέλω να κοπανήσετε τις οπλές σας, να χλιμιντρίσετε όσο πιο πολύ μπορείτε και να χοροπηδήσετε για να κάνετε τα καμπανάκια σας να κουδουνίσουν».
«Αφού είμαστε κρυωμένοι! Τι θα γίνει με τους λαιμούς μας;» διαμαρτυρήθηκε ο Ρούντολφ.
«Δεν πειράζει», είπε ο Αϊ-Βασίλης. «Αυτό είναι επείγον!»


‘Έτσι τα ελάφια έκαναν ό,τι τους είπε.
Ο θόρυβος ήταν τρομερός. Ο Αϊ-Βασίλης προσπαθούσε κι αυτός, φωνάζοντας ΧΟ!ΧΟ!ΧΟ! όσο πιο δυνατά μπορούσε.

Ξαφνικά, ένα φως άναψε μες στο σπίτι και μια γκρινιάρικη φωνή ακούστηκε.
«Τι συμβαίνει; Ποιος κάνει τόση φασαρία; Ποιος τόλμησε να με ξυπνήσει σε μια απ’ τις λίγες μέρες που μπορώ να κοιμηθώ; Μίλα αμέσως!»

«Λυπάμαι πολύ», είπε ο Αϊ-Βασίλης, «αλλά χρειαζόμαστε τη βοήθειά σου. Είμαι ο Αϊ-Βασίλης και κάνω το γύρο του κόσμου, μοιράζοντας δώρα. Αλλά η μύτη του Τάραν έσβησε και δε μπορούμε να βλέπουμε προς τα πού πάμε».

Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε κι ένας πελώριος, κακοδιάθετος άνθρωπος εμφανίστηκε. «Υποθέτω ότι θα θέλετε να δουλέψω, έτσι δεν είναι;» είπε ο Άνθρωπος του Φεγγαριού. «Έρχεστε εδώ και με ξυπνάτε με τους θορύβους σας και τώρα θέλετε να δουλέψω. Γιατί θα’ πρεπε;…»

Ο Αϊ-Βασίλης πήρε μια βαθιά ανάσα και τα ελάφια κούνησαν τα κεφάλια τους ανήσυχα. «Πολλά παιδιά θα είναι δυστυχισμένα, άμα ξυπνήσουν το πρωί και δε βρουν τα δώρα τους», είπε ο Αϊ-Βασίλης.

«Εμένα κανείς δε μου’ χει κάνει ποτέ δώρο», γκρίνιασε ο Άνθρωπος του Φεγγαριού. «Ποτέ. Ούτε καν μια χριστουγεννιάτικη κάρτα. Μισώ τα Χριστούγεννα. Γι’ αυτό πάντα κοιμάμαι την παραμονή των Χριστουγέννων, αντί να δουλεύω».

Ο Αϊ-Βασίλης άκουσε υπομονετικά και μετά του ήρθε μια ιδέα.

«Θα σου πω τι θα γίνει», είπε. «Θα σου φέρω εγώ δώρα. Θα ’ρχομαι με τα ελάφια μου κάθε χρόνο, αφού έχουμε γυρίσει όλο τον κόσμο, και θα τρώμε πίτες, θα συζητάμε κι εσύ θα ανοίγεις δώρα μπροστά στο τζάκι. Αλλά για αντάλλαγμα πρέπει να υποσχεθείς ότι πάντα θα δουλεύεις την παραμονή των Χριστουγέννων, ώστε πάντα να βρίσκω το δρόμο μου».

Ένα σπινθηροβόλο βλέμμα εμφανίστηκε στο κατσούφικο πρόσωπο του Ανθρώπου του Φεγγαριού.
«Αλήθεια το λες;»

«Στρώσου στη δουλειά τώρα», είπε ο Αϊ-Βασίλης «και θα έρθω για πρωινό και θα σου φέρω τα δώρα σου».

Ο Άνθρωπος του Φεγγαριού εξαφανίστηκε μέσα, χωρίς άλλη κουβέντα. Ξαφνικά, όλο το μέρος λούστηκε στο φως. Τα ελάφια ανοιγόκλεισαν τα μάτια τους μισοτυφλωμένα. Ο Αϊ-Βασίλης πήδηξε στο έλκηθρο.

«Ελάτε λοιπόν», είπε. «Τρέξτε όσο πιο γρήγορα μπορείτε. Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο».


Και ξεκίνησαν προς τα κάτω, όλο και πιο κάτω, ώσπου είδαν τις κορυφές των δέντρων και των σπιτιών. Όταν ο Αϊ-Βασίλης γύρισε να δει πίσω, είδε το φεγγάρι να λάμπει και το πρόσωπο του Ανθρώπου του Φεγγαριού, να λάμπει περισσότερο.

Ο Αϊ-Βασίλης, μόλις που πρόλαβε να μοιράσει όλα τα δώρα, εκείνη τη χρονιά. Μετά γύρισε πίσω στο φεγγάρι και μοιράστηκε πίτες και γλυκά με τον Άνθρωπο του Φεγγαριού και του άφησε τα δώρα του. Μετά επέστρεψε στο Βόρειο Πόλο την ώρα του μεσημεριού, ανήμερα τα Χριστούγεννα. Έστειλε τα ελάφια του να ξεκουραστούν για μια βδομάδα κι αυτός πήγε για ένα μακρύ ύπνο.

Ο Άνθρωπος του Φεγγαριού, δουλεύει πάντα την παραμονή των Χριστουγέννων κι όπως μπορείτε να δείτε, χαμογελάει όλες τις ημέρες του χρόνου.
Πηγή: mikrateratakia.forumotion.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...